Διαμεσολάβηση

description

Η Διαμεσολάβηση (“Mediation”) συνιστά θεσμό εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που εντάχθηκε στην ελληνική νομική πραγματικότητα με το Ν. 3869/2010 και το Ν. 4640/2019 όσον αφορά αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Αποτελεί εξωδικαστικό τρόπο επίλυσης διαφορών όπου δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν τη διαφορά αυτή με μία βιώσιμη και αμοιβαία ικανοποιητική συμφωνία με τη βοήθεια ενός ουδέτερου προσώπου του Διαμεσολαβητή.

Η διαμεσολάβηση περιλαμβάνει μια κοινή συνάντηση του διαμεσολαβητή με τα μέρη, τα οποία, ενημερώνονται από τον διαμεσολαβητή για την όλη διαδικασία. Το κάθε μέρος παρουσιάζει τη δική του οπτική γωνία για τη μεταξύ τους διαφορά και στη συνέχεια, ακολουθούν κατ’ ιδίαν συναντήσεις μεταξύ του διαμεσολαβητή και του κάθε μέρους, προκειμένου κάθε πλευρά να εξηγήσει εμπιστευτικά τη θέση του και να ερευνηθούν πιθανές λύσεις.  Ο διαμεσολαβητής διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, ώστε τα μέρη να καταλήξουν σε λύση στη διαφορά τους.

Στο τέλος της διαδικασίας ο διαμεσολαβητής συντάσσει το πρακτικό της διαμεσολάβησης, το οποίο περιλαμβάνει, εκτός των άλλων στοιχείων, τη συμφωνία επίλυσης και υπογράφεται από όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία, μπορεί δε να κατατεθεί στη γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου, αν κάποιο από τα μέρη το ζητήσει, ώστε να αποτελεί και εκτελεστό τίτλο.

Η διαμεσολάβηση είναι μία διαδικασία εύκολη, ευέλικτη με την οποία δίνονται άμεσες λύσεις ενώ αποφεύγεται η χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία επίλυσης διαφορών μέσα από πολυετείς δικαστικές διαμάχες.